καταπιέζω


καταπιέζω
[катапиэзо] р. притеснять, угнетать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "καταπιέζω" в других словарях:

  • καταπιέζω — καταπιέζω, καταπίεσα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταπιέζω — (Α καταπιέζω) πιέζω, συνθλίβω, σπρώχνω προς τα κάτω νεοελλ. μτφ. 1. στενοχωρώ υπερβολικά κάποιον, τόν βασανίζω, τόν τυραννώ ψυχολογικώς ή σωματικώς 2. στερώ την ελευθερία και τα δικαιώματα κάποιου με τη βία, καταδυναστεύω …   Dictionary of Greek

  • καταπιέζω — καταπίεσα, καταπιέστηκα, καταπιεσμένος, πιέζω πολύ, στενοχωρώ κάποιον, τον βασανίζω: Τον καταπιέζει ο διευθυντής του και έχει χάσει τη γαλήνη του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ίπτομαι — ἴπτομαι (Α) 1. πιέζω ισχυρά, καταπιέζω («μέγα δ ἴψαο λαὸν Ἀχαιῶν», Ομ. Ιλ.) 2. ζημιώνω 3. (το ενεργ. μόνο στο Μέγα Ετυμολογικόν και στον Ησύχ.) ίπτω βλάπτω 4. χτυπώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ἴπτομαι < θ. ἴπ τού ἶπος* «βάρος, φορτίο», τού οποίου… …   Dictionary of Greek

  • ακαταπίεστος — η, ο [καταπιέζω] αυτός που δεν έχει υποστεί ή δεν μπορεί να υποστεί καταπίεση …   Dictionary of Greek

  • ανταριάζω — [αντάρα] 1. προκαλώ σύγχυση, ταραχή, ανησυχία 2. αναστατώνω, καταπιέζω, κακοποιώ 3. γεμίζω ομίχλη, σκοτεινιάζω 4. σείομαι, τραντάζομαι, φουρτουνιάζω 5. ( ομαι) ανακατεύομαι, ζαλίζομαι …   Dictionary of Greek

  • βιάζω — (AM βιάζω) Ι.1. μεταχειρίζομαι βία εναντίον κάποιου, αναγκάζω με τη βία 2. αναγκάζω με τη βία πρόσωπο σε σαρκική ένωση μαζί μου μσν. νεοελλ. πιέζω κάποιον φορτικά νεοελλ. 1. καταπιέζω, φέρνω σε δύσκολη θέση κάποιον 2. παρακινώ, παροτρύνω έντονα… …   Dictionary of Greek

  • επιβαρύνω — (AM ἐπιβαρύνω) [βαρύνω] πιέζω με πρόσθετο βάρος νεοελλ. 1. επιβάλλω ενοχλητική υποχρέωση ή δέσμευση («θα επιβαρυνθώ με πρόσθετα έξοδα») 2. (για κατάσταση) καταπιέζω («η νέα φορολογία επιβαρύνει τόν λαό») 3. επιδεινώνω, χειροτερεύω («με την… …   Dictionary of Greek

  • επιθλίβω — ἐπιθλίβω (AM) μσν. καταπιέζω κάποιον αρχ. 1. πιέζω κάτι από πάνω 2. πατώ, καταπατώ 3. συνωθώ, συσσωρεύω 4. καταπνίγω, παραλύω 5. μτφ. ενοχλώ, στενοχωρώ κάποιον …   Dictionary of Greek

  • επικάθημαι — (AM ἐπικάθημαι) [κάθημαι] κάθομαι πάνω σε κάτι («γλαῦξ αὐτῇ ἐπικαθῆσθαι», Αριστοφ.) νεοελλ. μτφ. βαραίνω πάνω σε κάτι, πιέζω, καταπιέζω αρχ. 1. κάθομαι βαρύς κάπου, συνθλίβω 2. (για πόλη) είμαι χτισμένη, κείμαι 3. (απολ.) επωάζω, κλωσσώ 4. (για… …   Dictionary of Greek